- μπουζουριάζω
- tıka basa yemek
Ελληνικό – Τουρκικό Λεξικό. 2010.
Ελληνικό – Τουρκικό Λεξικό. 2010.
μπουζουριάζω — 1. συλλαμβάνω και φυλακίζω 2. καταβροχθίζω … Dictionary of Greek
μπουζουριάζω — μπουζούριασα, μπουζουριάστηκα, μπουζουριασμένος, ρίχνω στη φυλακή κάποιον, φυλακίζω … Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)